Υπάρχει μια τεράστια κοινωνική προσφορά που περνά σχεδόν απαρατήρητη.
Κάθε απόγευμα, χιλιάδες παιδιά φεύγουν από το σπίτι και πηγαίνουν στο γήπεδο.
Από τα 6, τα 7, τα 8 χρόνια τους.
Και συνεχίζουν μέχρι τα 18.
Δώδεκα χρόνια μέσα στα γήπεδα.
Προπονήσεις, αγώνες, τουρνουά, μετακινήσεις, ταξίδια, προετοιμασία.
Αγωνίες, τραυματισμοί, χειρουργεία, απογοητεύσεις, λύπες, χαρές, νίκες, ήττες.
Εμείς το βλέπουμε ως ποδόσφαιρο.
Η κοινωνία όμως θα έπρεπε να το βλέπει και ως κοινωνική προσφορά.
Γιατί αυτά τα παιδιά κάνουν κάτι πολύ σημαντικό που σχεδόν κανείς δεν υπολογίζει.
Επιλέγουν να βρίσκονται στον αθλητισμό.
Και μόνο αυτό έχει τεράστια αξία.
Που θα ήταν αυτά τα παιδιά αν δεν ήταν στα γήπεδα;
Δεν σημαίνει ότι κάθε παιδί που δεν αθλείται θα πάρει λάθος δρόμο.
Σημαίνει όμως ότι το γήπεδο προσφέρει σε ένα παιδί κάτι που η σύγχρονη κοινωνία δυσκολεύεται όλο και περισσότερο να του δώσει.
Έναν χώρο, ένα πρόγραμμα, μια ομάδα, έναν στόχο και ανθρώπους γύρω του.
Εκείνη την ώρα που ένα παιδί βρίσκεται στο γήπεδο, δεν βρίσκεται κάπου αλλού.
Δεν είναι κλεισμένο σε μια οθόνη.
Δεν είναι απομονωμένο.
Δεν είναι αδρανές.
Κινείται.
Τρέχει.
Συναναστρέφεται άλλα παιδιά.
Μαθαίνει να λειτουργεί μέσα σε κανόνες.
Και μεγαλώνει.
Αυτή είναι κοινωνική προσφορά.
Ένα παιδί που μεγαλώνει μέσα στον αθλητισμό δεν εκπαιδεύεται μόνο ως αθλητής.
Εκπαιδεύεται να ζει με άλλους.
Να συνεργάζεται.
Να σέβεται.
Να ακολουθεί κανόνες.
Να διαχειρίζεται την αποτυχία.
Να αντιμετωπίζει την απόρριψη.
Να περιμένει.
Να προσπαθεί ξανά.
Να καταλαβαίνει ότι δεν μπορεί πάντα να είναι ο καλύτερος.
Αυτά είναι στοιχεία που χρειάζεται κάθε κοινωνία.
Και τα παιδιά τα μαθαίνουν μέσα από τον αθλητισμό, πολλές φορές χωρίς καν να αντιλαμβάνονται τη σημασία τους.
Αυτή είναι κοινωνική προσφορά.
Μετράμε πόσους ποδοσφαιριστές έβγαλε μια Ακαδημία.
Μετράμε πόσοι πήραν μεταγραφή.
Μετράμε πόσοι έφτασαν στην πρώτη ομάδα.
Μετράμε γκολ, συμμετοχές και τίτλους.
Δεν μετράμε όμως πόσα παιδιά κράτησε ο αθλητισμός μακριά από την αδράνεια.
Δεν μετράμε πόσα παιδιά απέκτησαν υγιείς συνήθειες.
Δεν μετράμε πόσα παιδιά δημιούργησαν πραγματικές φιλίες.
Δεν μετράμε πόσα παιδιά έμαθαν να λειτουργούν ως ομάδα.
Δεν μετράμε πόσα παιδιά έμαθαν να αντιμετωπίζουν μια ήττα χωρίς να τα παρατούν.
Και κυρίως.
Δεν χρειάζεται να γίνει επαγγελματίας για να έχει αξία.
Αυτό ίσως είναι το μεγαλύτερο λάθος.
Ένα παιδί μπορεί να προπονηθεί για δώδεκα χρόνια και να μην γίνει ποτέ επαγγελματίας.
Και λοιπόν;
Η προσπάθειά του ήταν άχρηστη;
Οι ώρες στο γήπεδο χάθηκαν;
Όχι.
Γιατί το όφελος δεν βρίσκεται μόνο στο αν θα γίνει ποδοσφαιριστής.
Βρίσκεται σε αυτό που παίρνει μαζί του όταν φύγει από το γήπεδο.
Την πειθαρχία.
Τη συνεργασία.
Την αυτοπεποίθηση.
Την αντοχή.
Την υπευθυνότητα.
Την αποδοχή της διαφορετικότητας.
Την ικανότητα να πέφτει και να ξανασηκώνεται.
Η αόρατη δουλειά χιλιάδων παιδιών.
Κάθε προπόνηση ενός παιδιού είναι και μια μικρή επένδυση στην κοινωνία.
Όχι μόνο στην αθλητική κοινωνία.
Στην κοινωνία ολόκληρη.
Γιατί κάποια από αυτά τα παιδιά αύριο θα γίνουν επαγγελματίες σε άλλους χώρους.
Και θα πάρουν μαζί τους όσα έμαθαν στο γήπεδο.
Κάποια θα γίνουν γονείς και θα μεταφέρουν αυτές τις αξίες στα δικά τους παιδιά.
Κάποια θα παραμείνουν στον αθλητισμό.
Κάποια θα γίνουν προπονητές.
Κάποια θα βοηθήσουν άλλους νέους.
Η επίδραση λοιπόν δεν τελειώνει όταν τελειώνει η ποδοσφαιρική τους διαδρομή.
Συνεχίζεται.
Και ίσως αυτό πρέπει επιτέλους να αναγνωριστεί.
Το ποδόσφαιρο των Ακαδημιών δεν είναι απλώς μια βιομηχανία που ψάχνει τον επόμενο επαγγελματία.
Είναι ένας τεράστιος κοινωνικός μηχανισμός.
Κρατά παιδιά ενεργά.
Τα βάζει σε ομάδες.
Τους δίνει στόχους.
Τους μαθαίνει κανόνες.
Τα φέρνει κοντά.
Τα μαθαίνει να προσπαθούν.
Και τα προετοιμάζει, με τον δικό του τρόπο, για τη ζωή.
Και όμως, όλη αυτή η προσφορά είναι σχεδόν αόρατη.
Δεν έχει τρόπαιο.
Δεν έχει μετάλλιο.
Δεν έχει συμβόλαιο.
Έχει όμως κοινωνική αξία.
Και ίσως η στιγμή να μην κοιτάμε μόνο πόσους επαγγελματίες ποδοσφαιριστές παράγει το ποδόσφαιρο.
Αλλά και πόσους ενεργούς, κοινωνικούς, πειθαρχημένους και υπεύθυνους ανθρώπους παραδίδει στην κοινωνία.
Γιατί ένα παιδί που από τα 6 μέχρι τα 18 του έτρωγε τα γήπεδα με το κουτάλι μπορεί να μην έγινε ποτέ επαγγελματίας.
Αλλά για δώδεκα χρόνια έκανε κάτι που η κοινωνία έχει τεράστια ανάγκη.
Μεγάλωνε μέσα στον αθλητισμό και όχι έξω από αυτόν.
Και αυτή η προσφορά, όσο και αν την αγνοούμε, είναι πραγματική.
Καταληκτικά.
Υπάρχει ακόμη ένα κομμάτι που δεν μπορούμε να αγνοούμε.
Η στρατιωτική θητεία.
Όσα παιδιά πέρασαν από τα 6 μέχρι τα 18 τους χρόνια στα γήπεδα, με αγώνες, προπονήσεις, αγωνίες, τραυματισμούς, χειρουργεία, απογοητεύσεις, λύπες και χαρές, δεν μπορεί ξαφνικά στα 18 τους να θεωρούνται απλώς στρατιώτες χωρίς να αναγνωρίζεται η διαδρομή τους.
Η ΠΟΛΙΤΕΙΑ έχει ευθύνη να αναγνωρίζει την προσφορά αυτών των παιδιών στον αθλητισμό και στην κοινωνία.
Και αν μιλάμε για διευκολύνσεις στους νεαρούς ποδοσφαιριστές, αυτές δεν μπορεί να αφορούν μόνο μια μικρή ομάδα επίλεκτων.
Πρέπει να αφορούν όλους όσοι αποδεδειγμένα συνεχίζουν να αθλούνται και να αγωνίζονται σε οργανωμένο επίπεδο.
Γιατί και ο 18χρονος της Κ19 που προπονείται καθημερινά είναι ποδοσφαιριστής.
Και αυτός που δεν έγινε ποτέ επαγγελματίας αλλά συνεχίζει να αγωνίζεται και να προπονείται είναι ποδοσφαιριστής.
Δεν ζητούν να μην υπηρετήσουν.
Ζητούν να μπορούν να υπηρετήσουν χωρίς να εγκαταλείψουν αυτό για το οποίο αγωνίζονται από παιδιά.
Αν θέλουμε πραγματικά να λέμε ότι στηρίζουμε το ποδόσφαιρο, δεν μπορούμε να θυμόμαστε τα παιδιά μόνο όταν τους έχουμε ανάγκη για να είναι μέσα στο ποδόσφαιρο και τον αθλητισμό.
Η ΠΟΛΙΤΕΙΑ έχει ευθύνη να αναγνωρίσει τη διαχρονική και μεγάλη τους προσφορά στο κοινωνικό σύνολο.
Και ναι, σε αυτά τα παδιά αυτές οι διευκολύνσεις δεν είναι χάρη.
Δεν είναι προνόμιο.
Είναι ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ.
Και δικαιούνται κάθε διευκόλυνσης.
Και τώρα, ας κάνουμε μια άβολη σκέψη.
Φανταστείτε για ένα λεπτό όλες αυτές τις χιλιάδες παιδιά έξω από τα γήπεδα.
Χωρίς προπόνηση. Χωρίς αγώνα. Χωρίς ομάδα. Χωρίς πρόγραμμα. Χωρίς έναν προπονητή να τους περιμένει.
Χωρίς έναν στόχο να τους τραβά κάθε απόγευμα από το σπίτι.
Πού θα ήταν;
Μην βιαστεί κανείς να απαντήσει.
Γιατί σήμερα όλοι θεωρούν αυτονόητο ότι αυτά τα παιδιά είναι στα γήπεδα.
Κανείς όμως δεν αναρωτιέται τι κοινωνικό κόστος θα είχαμε αν δεν ήταν.
Αν αύριο εξαφανίζονταν από τα γήπεδα όλες αυτές οι χιλιάδες παιδιά, η κοινωνία θα καταλάβαινε πολύ γρήγορα την αξία τους.
Το παράλογο είναι ότι σήμερα, επειδή είναι εκεί, κανείς δεν την υπολογίζει, κανεις δεν την αναγνωρίζει.



















