Στις Ακαδημίες υπάρχει μια κατηγορία ποδοσφαιριστών που σπάνια βρίσκεται στο επίκεντρο.
Δεν διαμαρτύρεται, δεν απαιτεί, δεν ψάχνει προνόμια.
Κάθεται στον πάγκο, αδικείται, βλέπει άλλους να παίρνουν τη φανέλα του βασικού και όμως συνεχίζει να δουλεύει.
Με το ίδιο χαμόγελο. Με την ίδια συνέπεια.
Αυτοί οι ποδοσφαιριστές έχουν κάτι που δεν μετριέται εύκολα.
Έχουν προσωπικότητα.
Έχουν χαρακτήρα.
Έχουν mentality.
Δεν χρειάζονται δημόσιες σχέσεις, μέσον ή ειδική μεταχείριση.
Περιμένουν την ευκαιρία τους και όταν αυτή έρθει, αφήνουν το ποδόσφαιρό τους να μιλήσει.
Δυστυχώς, σε Ακαδημίες η αξιολόγηση δεν γίνεται πάντα με καθαρά ποδοσφαιρικά κριτήρια.
Προπονητές και τεχνικοί διευθυντές επιλέγουν να επενδύουν στους λάθος ποδοσφαιριστές.
Όχι απαραίτητα στους πιο ταλαντούχους ή σε αυτούς με το μεγαλύτερο potential, αλλά σε εκείνους που μπορούν να προσφέρουν πρόσκαιρα αποτελέσματα στις μικρές ηλικίες.
Τους δίνουν τη φανέλα του βασικού, περισσότερα λεπτά συμμετοχής, προνόμια και μια ασφάλεια που πολλές φορές δεν έχουν κερδίσει μέσα στο γήπεδο.
Την ίδια στιγμή, ο ήσυχος ποδοσφαιριστής μένει πίσω.
Και σε αρκετές περιπτώσεις δεν μένει πίσω επειδή υστερεί αγωνιστικά.
Μένει πίσω επειδή κάποιοι φοβούνται ότι η ποιότητα, η προσωπικότητα και οι ικανότητές του θα ανατρέψουν τις ισορροπίες που οι ίδιοι έχουν δημιουργήσει.
Έτσι, τον κρατούν στα αποδυτήρια, τον αφήνουν στον πάγκο και επιχειρούν να τον φθείρουν ψυχολογικά, γιατί η δική τους ατζέντα δεν είναι πάντα η ανάδειξη του καλύτερου ποδοσφαιριστή.
Όμως ο πραγματικά δυνατός χαρακτήρας δεν σπάει τόσο εύκολα.
Ο ήσυχος ποδοσφαιριστής συνεχίζει να δουλεύει. Δεν διαμαρτύρεται, δεν ψάχνει μέσον.
Περιμένει την ευκαιρία του και όταν αυτή έρθει, απαντά μόνο μέσα στις τέσσερις γραμμές του γηπέδου.
Και κάπου εκεί στα 17 ή στα 18 του χρόνια, μεταμορφώνεται.
Όταν το παιχνίδι απαιτεί αντίληψη, προσωπικότητα, χαρακτήρα και ποδοσφαιρική ωριμότητα, είναι αυτός που κάνει το βήμα μπροστά.
Οι ήσυχοι ποδοσφαιριστές δίνουν τις δικές τους απαντήσεις. Και δεν τις δίνουν με λόγια, ούτε με παράπονα.
Τις δίνουν εκεί όπου μετράει περισσότερο, μέσα στις τέσσερις γραμμές του γηπέδου.
Εκεί, η απόδοσή τους γίνεται η πιο εκκωφαντική τους απάντηση.
Αντίθετα, αρκετοί από εκείνους που μεγάλωσαν με προνόμια, μόλις βρεθούν μία αγωνιστική στον πάγκο, κλωτσούν μπουκάλια και κώνους, διαμαρτύρονται, ψάχνουν δικαιολογίες και μέσον.
Γιατί δεν έμαθαν ποτέ να διεκδικούν τη θέση τους μέσα από τη δουλειά.
Και υπάρχει ακόμη μία ειρωνεία.
Πολλές φορές, αυτοί που για χρόνια τους κρατούσες από το χεράκι για να μην χαθούν, τους στήριζες, τους προστάτευες και τους έδινες συνεχώς ευκαιρίες, είναι οι πρώτοι που θα στραφούν εναντίον σου μόλις σταματήσει η προνομιακή μεταχείριση.
Γιατί έμαθαν να θεωρούν τα πάντα δεδομένα και όχι κερδισμένα.
Η μεγαλύτερη ευθύνη, όμως, ανήκει σε αυτούς που παίρνουν τις αποφάσεις.
Κάθε προπονητής και κάθε τεχνικός διευθυντής κρίνεται από ένα πράγμα.
Την ποιότητα των ποδοσφαιριστών που αναδεικνύει. Όχι από τα παιδικά πρωταθλήματα. Όχι από τις νίκες του Σαββατοκύριακου.
Ο πραγματικός καθρέφτης της δουλειάς τους είναι πόσοι ποδοσφαιριστές έφτασαν να αγωνιστούν στο υψηλότερο επίπεδο.
Το αποτέλεσμα των επιλογών τους φαίνεται χρόνια αργότερα. Φαίνεται στην ποιότητα των ποδοσφαιριστών που τελικά βγάζουν.
Αν επιλέγουν συνεχώς τους πιο έτοιμους σωματικά, τους πιο βολικούς ή εκείνους που εξυπηρετούν άλλες σκοπιμότητες, τότε αργά ή γρήγορα θα αποτύχουν στον πραγματικό στόχο της ανάπτυξης.
Ίσως λοιπόν, ήρθε η ώρα οι Ακαδημίες να επενδύσουν περισσότερο στους ήσυχους ποδοσφαιριστές.
Σε αυτούς που δεν ζητούν τίποτα, αλλά δίνουν τα πάντα.
Σε αυτούς που διαθέτουν χαρακτήρα, προσωπικότητα, υπομονή και νοοτροπία εξέλιξης.
Γιατί το ποδόσφαιρο στο τέλος δεν δικαιώνει πάντα εκείνον που του έδωσαν τα περισσότερα.
Δικαιώνει πολύ συχνότερα εκείνον που, παρά την αδικία, δεν κατάφερε ποτέ να τον σπάσει, να τον ρίξει και να τον κάνει να σταματήσει να δουλεύει.
Να σταματήσει να πιστεύει στον εαυτό του.
Καταληκτικά, αυτοί οι προπονητές και αυτοί οι τεχνικοί διευθυντές δύσκολα θα παραδεχθούν τα λάθη τους.
Το ΕΓΩ τους δεν τους το επιτρέπει.
Όμως πάντα θα υπάρχει κάτι να τους το υπενθυμίζει.
Όχι με προσωπικές αντιπαραθέσεις, αλλά με το μοναδικό κριτήριο που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση, το ίδιο το γήπεδο.
Γιατί εκεί, όσο και αν κάποιοι προσπαθήσουν να καθυστερήσουν την εξέλιξη ενός ποδοσφαιριστή, στα 17 και στα 18 του χρόνια αρχίζει να αποκαλύπτεται η πραγματική του αξία.
Εκεί καταρρέουν οι δικαιολογίες, οι ατζέντες και οι λανθασμένες επιλογές.
Εκεί φαίνεται ποιος είχε δίκιο, ποιος έκανε σωστή αξιολόγηση και ποιος άφησε την πραγματική ποιότητα να χαθεί μέσα από τα χέρια του.



















