Ας αφήσουμε για λίγο στην άκρη Ανώτατη, Επίλεκτη, βαθμολογίες, ανόδους και υποβιβασμούς και ας ξεκινήσουμε από ένα βασικό ερώτημα.
Γιατί υπάρχει το αναπτυξιακό ποδόσφαιρο;
Για να δημιουργεί ομάδες που τρέχουν τα πρωταθλήματατα στα Κ14 και Κ15.
Ή για να δημιουργεί καλύτερους ποδοσφαιριστές στα 17, στα 18 και στα 19;
Ποερευόμαστε εδώ και καιρό με το μοντέλο Ανώτατης και Επίλεκτης Κατηγορίας.
Η συνολική συγκομιδή βαθμών των τεσσάρων ηλικιών καθορίζει στο τέλος της περιόδου ποιες Ακαδημίες υποβιβάζονται και ποιες ανεβαίνουν.
Η ύπαρξη διαβαθμίσεων έχει λογική (για τις ανάγκες της συζήτησης).
Ένας νεαρός ποδοσφαιριστής χρειάζεται ανταγωνιστικά παιχνίδια απέναντι σε αντιπάλους αντίστοιχου επιπέδου.
Χρειάζεται να μάθει να κερδίζει, να χάνει και να λειτουργεί υπό πίεση.
Ανάπτυξη χωρίς ανταγωνισμό δεν υπάρχει.
Το πραγματικό ερώτημα όμως, ίσως να είναι διαφορετικό.
Γιατί η συνολική βαθμολογία παιδιών Κ14, Κ15, Κ16 και Κ17 πρέπει να αποτελεί το μοναδικό κριτήριο για την αναπτυξιακή θέση μιας ολόκληρης Ακαδημίας;
Η επιστημονική γνώση γύρω από το αναπτυξιακό ποδόσφαιρο έχει προχωρήσει σημαντικά.
Η FIFA επισημαίνει ότι δύο παιδιά της ίδιας χρονολογικής ηλικίας μπορεί να παρουσιάζουν πολύ μεγάλες διαφορές ως προς τη βιολογική τους ωρίμανση.
Ένας ποδοσφαιριστής που ωριμάζει νωρίτερα μπορεί προσωρινά να είναι ψηλότερος, δυνατότερος, ταχύτερος και ισχυρότερος από έναν συνομήλικό του που αναπτύσσεται αργότερα.
Αυτό έχει άμεση σχέση με το ποδόσφαιρο.
Έρευνα που παρουσιάζεται από τη FIFA καταγράφει υποεκπροσώπηση των late-maturing παικτών σε υψηλού επιπέδου αναπτυξιακά περιβάλλοντα και προειδοποιεί, ότι η βιολογική ωρίμανση μπορεί να επηρεάζει τόσο την απόδοση όσο και την επιλογή νεαρών ποδοσφαιριστών.
Με απλά λόγια.
Ο καλύτερος 14χρονος σήμερα δεν είναι κατ’ ανάγκη ο ποδοσφαιριστής με τις μεγαλύτερες προοπτικές για αύριο.
Το Relative Age Effect δεν είναι θεωρία.
Υπάρχει και ένα δεύτερο στοιχείο που πρέπει να προβληματίσει.
Στο Παγκόσμιο Κύπελλο Κ17 της FIFA το 2023, από τους 429 ποδοσφαιριστές που είχαν γεννηθεί το 2006, το 44,1% είχε γεννηθεί μεταξύ Ιανουαρίου και Μαρτίου.
Εάν ο μήνας γέννησης δεν είχε καμία επίδραση στην επιλογή, θα αναμέναμε περίπου 25%.
Πρόκειται για το γνωστό Relative Age Effect. Μέσα στην ίδια ηλικιακή κατηγορία, τα παιδιά που είναι σχετικά μεγαλύτερα μπορεί να διαθέτουν αναπτυξιακό πλεονέκτημα έναντι εκείνων που γεννήθηκαν προς το τέλος του ίδιου έτους.
Το ενδιαφέρον είναι ότι η ίδια η FIFA, στις κατευθυντήριες γραμμές της για talent identification, ζητά από όσους αξιολογούν νεαρούς ποδοσφαιριστές να εξετάζουν όχι μόνο τη σημερινή απόδοση, αλλά και το μελλοντικό potential, λαμβάνοντας υπόψη πιθανές στρεβλώσεις από τη σχετική ηλικία και τη βιολογική ωρίμανση.
Και εδώ επιστρέφουμε στην Κύπρο.
Τα παραπάνω δεν αποδεικνύουν ότι η προσέγγιση της ΚΟΠ για το αναπτυξιακό μοντέλο δημιουργεί από μόνο του τέτοιες στρεβλώσεις.
Για να το υποστηρίξει κάποιος αυτό, θα χρειαζόταν συγκεκριμένα εγχώρια δεδομένα.
Δημιουργούν όμως ένα απολύτως θεμιτό ερώτημα.
Όταν κάθε βαθμός ενός Κ14 ή Κ15 επηρεάζει την παραμονή ολόκληρης της Ακαδημίας στην Ανώτατη Κατηγορία, ποιο κίνητρο δημιουργούμε στον προπονητή;
Να επιλέξει τον ποδοσφαιριστή που μπορεί να του δώσει περισσότερες πιθανότητες νίκης σήμερα;
Ή να επενδύσει χρόνο στον μικρόσωμο, λιγότερο ώριμο ή πιο αργά αναπτυσσόμενο ποδοσφαιριστή, ο οποίος ενδεχομένως να διαθέτει μεγαλύτερο περιθώριο εξέλιξης;
Δεν σημαίνει ότι οι προπονητές επιλέγουν το πρώτο.
Σημαίνει όμως ότι το ίδιο το σύστημα δημιουργεί ένα κίνητρο προς το άμεσο αποτέλεσμα.
Και αυτό αξίζει να εξεταστεί.
Τι μετρούν τελικά οι βαθμοί;
Οι βαθμοί είναι αντικειμενικοί. Είναι ξεκάθαροι. Και έχουν θέση στο ποδόσφαιρο.
Αλλά μετρούν κυρίως ένα πράγμα. Ποιος ήταν αποτελεσματικότερος στους αγώνες.
Δεν μας λένε από μόνοι τους πόσο βελτιώθηκε ένας ποδοσφαιριστής, πόσοι παίκτες μιας ομάδας Κ13 επιβίωσαν μέχρι το Κ19, πόσοι έφτασαν στο ανδρικό ποδόσφαιρο ή πόσοι ποδοσφαιριστές που στα 13 δεν ήταν ακόμη έτοιμοι εξελίχθηκαν τελικά στα 18.
Και εδώ βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο κενό του συστήματος.
Δεν χρειάζεται να καταργήσουμε Ανώτατη και Επίλεκτη.
Η λύση δεν είναι απαραίτητα να εξαφανιστεί αυτό το απαρχαιωμένο μοντέλο.
Το αντίθετο.
Κρατάμε τον ανταγωνισμό. Κρατάμε τις βαθμολογίες. Κρατάμε Ανώτατη και Επίλεκτη.
Αυτό που αξίζει να εξεταστεί είναι αν οι συνολικοί βαθμοί πρέπει να αποτελούν το 100% του μηχανισμού ανόδου και υποβιβασμού.
Ένα πιο σύγχρονο μοντέλο θα μπορούσε να συνδυάζει την αγωνιστική επίδοση με συγκεκριμένους και μετρήσιμους αναπτυξιακούς δείκτες.
Π.χ., προώθηση ποδοσφαιριστών σε μεγαλύτερες ηλικίες, ποιότητα και προσόντα προπονητών, ατομικά πλάνα ανάπτυξης, χρόνο συμμετοχής και συνολικό player pathway.
Θα μπορούσε επίσης να εξεταστεί διαφορετική βαρύτητα ανά ηλικία.
Πρέπει πράγματι ένας βαθμός στο Κ14 να έχει ακριβώς την ίδια βαρύτητα με έναν βαθμό στο Κ17 για την παραμονή μιας Ακαδημίας στην Ανώτατη;
Πριν αλλάξει οτιδήποτε, υπάρχει ένας ακόμη πιο απλός δρόμος.
Να μελετηθούν τα δεδομένα των τελευταίων ετών.
Πόσοι ποδοσφαιριστές από κάθε Ακαδημία Κ13 – Κ17 έφτασαν στο Κ19 και αργότερα στο ανδρικό ποδόσφαιρο;
Ποια είναι η κατανομή τους ανά μήνα γέννησης;
Τι συμβαίνει με τους ποδοσφαιριστές μιας Ακαδημίας μετά τον υποβιβασμό της;
Μετακινούνται προς Ακαδημίες της Ανώτατης;
Και τελικά, οι Ακαδημίες που συγκεντρώνουν τους περισσότερους βαθμούς είναι πράγματι εκείνες που παράγουν περισσότερους ποδοσφαιριστές υψηλού επιπέδου;
Αν η απάντηση είναι ναι, το σημερινό μοντέλο θα έχει αποκτήσει ισχυρή τεκμηρίωση.
Αν όμως η σχέση αποδειχθεί αδύναμη, τότε θα πρέπει να έχουμε το θάρρος να επανεξετάσουμε τι ακριβώς μετράμε.
Το ζητούμενο δεν είναι να επιλέξουμε μεταξύ ανάπτυξης και ανταγωνισμού.
Το ζητούμενο είναι να δημιουργήσουμε ανταγωνισμό που υπηρετεί την ανάπτυξη.



















