Στο οικοσύστημα του κυπριακού αναπτυξιακού ποδοσφαίρου, υπάρχουν θέματα που όλοι γνωρίζουν αλλά λίγοι τολμούν να πουν ξεκάθαρα.
Ένα από αυτά είναι η περιβόητη αποποίηση, η οποία στην πράξη λειτουργεί συχνά εις βάρος των ίδιων των παιδιών.
Ξεκάθαρη η απόψή μας.
Η αποποίηση δεν ανήκει στον ποδοσφαιριστή.
Ανήκει στην ομάδα.
Προκύπτει μέσα από τη συμφωνία εκπαίδευσης που υπογράφεται από τα 12 μέχρι τα 18 και στόχο έχει να διασφαλίσει τα σωματεία σε περίπτωση μελλοντικής αξιοποίησης του παίκτη, είτε μέσω μεταγραφής, είτε μέσω επαγγελματικού συμβολαίου.
Θεσμικά, έχει λογική.
Πρακτικά όμως;
Εκεί αρχίζουν τα προβλήματα.
Γιατί όταν μια ομάδα αποφασίζει ότι ένας νεαρός δεν της κάνει ότι δεν είναι στα πλάνα της και δεν επενδύει πάνω του, πρέπει να τον αφήνει να φύγει.
Πιο δύσκολο όμως είναι όταν ο ίδιος ο ποδοσφαιριστής θέλει να αλλάξει περιβάλλον για να εξελιχθεί, επειδή νιώθει ότι η Ακαδημία του τον κρατά πίσω, τότε δημιουργείται ένα εύλογο ερώτημα.
Γιατί πρέπει συνεχίζει να κρατά τον έλεγχο της πορείας του;
Η απάντηση, όσο και αν ενοχλεί, είναι απλή.
Γιατί μπορεί.
Και κάπου εκεί αρχίζει η στρέβλωση.
Ένας 15χρονος ή 16χρονος που αλλάζει περιβάλλον για να βρει ευκαιρίες, κουβαλά μαζί του μια εκκρεμότητα.
Αν δεν υπάρχει αποποίηση, η νέα ομάδα γνωρίζει ότι σε περίπτωση που ο ποδοσφαιριστής εξελιχθεί, θα προκύψουν απαιτήσεις τροφείων από την προηγούμενη ομάδα.
Σε ένα ιδανικό ποδοσφαιρικό περιβάλλον, αυτό δεν θα ήταν πρόβλημα.
Στην Κύπρο όμως είναι.
Γιατί η πραγματικότητα λέει ότι ελάχιστες (αν όχι καμία), ομάδες είναι διατεθειμένες να μπουν σε αυτή τη διαδικασία.
Κανείς δεν θέλει μελλοντικές οικονομικές εκκρεμότητες.
Λεφτά δεν υπάρχουν.
Και έτσι, πολύ απλά, ο παίκτης μπαίνει στο περιθώριο πριν καν δοκιμαστεί.
Δεν θα του το πουν ξεκάθαρα.
Δεν θα του κλείσουν την πόρτα στα μούτρα.
Απλά δεν θα του την ανοίξουν ποτέ.
Και εδώ είναι η ουσία, η αποποίηση έχει μετατραπεί σε ένα άτυπο φίλτρο επιλογής.
Άλλο είναι να αξιολογείς έναν ποδοσφαιριστή με βάση το ταλέντο, την προοπτική και τον χαρακτήρα του και άλλο να τον απορρίπτεις επειδή κουβαλά δικαιώματα άλλης ομάδας.
Αυτό δεν είναι ανάπτυξη.
Δεν γίνεται ένα τόσο κρίσιμο κομμάτι της πορείας ενός νεαρού ποδοσφαιριστή, να αφήνεται στην κρίση, την πολιτική ή τη διάθεση της κάθε ομάδας.
Ο ανήλικος ποδοσφαιριστής, πρέπει και οφείλει να προστατεύεται.
Οι κανόνες είναι ξεκάθαροι όμως.
Όμως χρειάζεται λογική.
Το ερώτημα είναι απλό.
Θέλουμε να προστατεύσουμε τα σωματεία ή να αναδείξουμε ποδοσφαιριστές;
Γιατί όπως εφαρμόζεται σήμερα η αποποίηση, το σύστημα δείχνει να έχει διαλέξει και δεν είναι με το μέρος των παιδιών.
Είμαστε ξεκάθαρα υπέρ της κατοχύρωσης των δικαιωμάτων των ομάδων.
Είναι απολύτως λογικό ένα σωματείο να προστατεύει την επένδυση, τον χρόνο και τη δουλειά που έχει αφιερώσει σε έναν νεαρό ποδοσφαιριστή.
Όμως, υπάρχει και μια άλλη πλευρά, αυτή που πολλοί επιλέγουν να αγνοούν.
Σε αρκετές περιπτώσεις, η αποποίηση δεν χρησιμοποιείται ως εργαλείο προστασίας, αλλά ως μέσο πίεσης.
Ως μια μορφή άτυπης τιμωρίας προς παιδιά που τόλμησαν να αλλάξουν πορεία, να φύγουν, να διεκδικήσουν κάτι διαφορετικό για την εξέλιξή τους.
Και εδώ είναι που το θέμα ξεφεύγει από τα όρια του θεσμικού και αγγίζει την ουσία του ίδιου του αναπτυξιακού ποδοσφαίρου.
Δεν γίνεται να μιλάμε για ανάπτυξη, για παιδεία, για μέλλον και την ίδια στιγμή να εγκλωβίζουμε ανήλικους ποδοσφαιριστές σε καταστάσεις που τους στερούν ευκαιρίες.
Γιατί ναι, οι ομάδες πρέπει να προστατεύονται.
Αλλά το ίδιο αν όχι περισσότερο πρέπει να προστατεύονται και τα παιδιά.
Οι θεσμοί, με πρώτη την ομοσπονδία, αλλά και όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς, οφείλουν να βρουν την ισορροπία.
Όχι στα λόγια, αλλά στην πράξη.
Οφείλουν να διασφαλίσουν ότι η κατοχύρωση δεν μετατρέπεται σε καταπίεση.
Ότι τα δικαιώματα των σωματείων δεν ακυρώνουν τα δικαιώματα των ανήλικων ποδοσφαιριστών.
Ότι κανένα παιδί δεν θα βλέπει την πόρτα να κλείνει, επειδή απλώς θέλησε να προχωρήσει.
Και η ουσία του άρθρου καταλήγει κάπως έτσι.
Καιρός λοιπόν να θεσμοθετηθεί κάτι που λείπει εμφανώς από το οικοσύστημα του αναπτυξιακού ποδοσφαίρου της Κύπρου.
Να δημιουργηθεί ένας πραγματικά ανεξάρτητος, επαγγελματικός φορέας, ένας σύνδεσμος που θα έχει ως αποκλειστική αποστολή την προάσπιση των δικαιωμάτων των ανήλικων ποδοσφαιριστών.
Ένας οργανισμός που δεν θα λειτουργεί περιστασιακά ή συμβουλευτικά, αλλά θεσμικά και παρεμβατικά, με ξεκάθαρο ρόλο και λόγο.
Που θα στηρίζεται και θα ευθυγραμμίζεται με τους κανονισμούς της πολιτείας, της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και τις αρχές οργανισμών όπως τα Ηνωμένα Έθνη και η UNICEF για τα δικαιώματα του παιδιού.
Γιατί αν το σύστημα δεν μπορεί από μόνο του να προστατεύσει τα παιδιά, τότε είναι ευθύνη όλων να δημιουργηθεί εκείνος ο μηχανισμός που θα το κάνει.
Καταληκτικά.
Yπάρχει μια απλή αλλά δυνατή αλήθεια.
Eίναι τρομακτικά ισχυρό να γνωρίζεις τα δικαιώματά σου, ειδικά όταν είσαι παιδί.



















