Ανοιχτές σκέψεις ενός γονιού για το αναπτυξιακό ποδόσφαιρο, τις οποίες δημοσιεύουμε αυτούσιες.
Στο ποδόσφαιρο, όλοι μιλούν για ανάπτυξη, ευκαιρίες, αξιοκρατία και σωστή διαχείριση των νεαρών ποδοσφαιριστών.
Ωραίες λέξεις.
Το ερώτημα είναι πόσο συχνά εφαρμόζονται στην πράξη.
Υπάρχουν παιδιά που βρίσκονται σε μεγάλες ομάδες, σε υψηλό αγωνιστικό επίπεδο, αλλά βλέπουν μπροστά τους ένα γεμάτο ρόστερ, δύο και τρεις ποδοσφαιριστές στην ίδια θέση και περιορισμένες πιθανότητες να πάρουν ουσιαστικό χρόνο συμμετοχής.
Και τότε παίρνουν μια δύσκολη απόφαση.
Επιλέγουν να κατέβουν επίπεδο.
Όχι επειδή δεν μπορούν να σταθούν πιο ψηλά.
Όχι επειδή δεν έχουν φιλοδοξίες.
Αλλά επειδή θέλουν να παίξουν ποδόσφαιρο.
Θέλουν λεπτά στα πόδια τους. Θέλουν αγώνες. Θέλουν ευθύνη. Θέλουν να εξελιχθούν μέσα στο γήπεδο και όχι να περνούν μια ολόκληρη χρονιά περιμένοντας μια ευκαιρία που ίσως δεν έρθει ποτέ.
Και αρκετές φορές, πριν πάρουν αυτή την απόφαση, δέχονται ένα ξεκάθαρο μήνυμα από τη νέα ομάδα:
«Έλα σε εμάς. Σε χρειαζόμαστε.»
«Σε υπολογίζουμε.»
«Εδώ θα παίξεις.»
Και κάπου εδώ αρχίζει η ευθύνη των ενηλίκων.
Αν δεν το εννοείς, μην το λες
Κανένας ποδοσφαιριστής δεν πρέπει να έχει εξασφαλισμένη θέση στην ενδεκάδα.
Κανένας.
Η θέση κερδίζεται στην προπόνηση, στον αγώνα, με την απόδοση, τη συνέπεια, τη συμπεριφορά και τη δουλειά.
Αυτό είναι ποδόσφαιρο.
Άλλο όμως ο ανταγωνισμός και άλλο η παραπλάνηση.
Αν ένας νεαρός ποδοσφαιριστής αφήσει ένα σαφώς υψηλότερο επίπεδο επειδή του έχει παρουσιαστεί μια συγκεκριμένη προοπτική, τότε οι άνθρωποι που του την παρουσίασαν έχουν ευθύνη απέναντί του.
Όχι να τον βάζουν να παίζει με το ζόρι.
Αλλά να είναι έντιμοι.
Αν τον θέλεις πραγματικά, πες το.
Αν τον βλέπεις σαν μία επιπλέον λύση στο ρόστερ, πες και αυτό.
Αν υπάρχουν τρεις άλλοι μπροστά του, ενημέρωσέ τον.
Αν δεν μπορείς να του υποσχεθείς χρόνο, μην του τον υποσχεθείς.
Είναι τόσο απλό.
Μια μεταγραφή δεν είναι απλώς αλλαγή φανέλας
Για έναν νεαρό ποδοσφαιριστή, η απόφαση να αλλάξει ομάδα μπορεί να επηρεάσει ολόκληρη τη χρονιά του.
Μπορεί να αφήσει μια ακαδημία όπου βρισκόταν για χρόνια.
Να αποχωριστεί φίλους και συμπαίκτες.
Να αφήσει ένα υψηλότερο επίπεδο προπόνησης.
Να αποδεχτεί ότι η νέα ομάδα ίσως δεν έχει το ίδιο όνομα, τις ίδιες εγκαταστάσεις ή το ίδιο κύρος.
Και μπορεί να τα αποδεχτεί όλα αυτά για έναν και μόνο λόγο:
Για να παίξει.
Όταν λοιπόν η βασική αιτία μιας τέτοιας επιλογής είναι αυτά που του είπε ένας προπονητής ή ένας υπεύθυνος ομάδας, οι λέξεις αυτές έχουν βάρος.
Δεν είναι κουβέντες της στιγμής.
Επηρεάζουν αποφάσεις.
Και όταν μιλάμε για παιδιά, πρέπει να είμαστε διπλά προσεκτικοί.
«Δεν παίζεις» μπορεί να το δεχτεί. «Σε κοροϊδέψαμε» πολύ δυσκολότερα.
Τα περισσότερα παιδιά που έχουν μεγαλώσει μέσα στον αθλητισμό γνωρίζουν πολύ καλά τι σημαίνει ανταγωνισμός.
Ξέρουν ότι μπορεί να βρεθούν στον πάγκο.
Ξέρουν ότι μπορεί κάποιος άλλος να είναι σε καλύτερη κατάσταση.
Ξέρουν ότι πρέπει να παλέψουν για τη θέση τους.
Και συνήθως μπορούν να δεχθούν μια δύσκολη αλήθεια.
«Δεν είσαι ακόμη έτοιμος.»
«Ο άλλος αυτή τη στιγμή είναι καλύτερος.»
«Χρειάζεσαι δουλειά σε αυτά τα σημεία.»
Αυτές οι κουβέντες μπορεί να πονέσουν, αλλά τουλάχιστον είναι έντιμες.
Αυτό που είναι πολύ πιο δύσκολο να διαχειριστεί ένα παιδί είναι να συνειδητοποιήσει ότι του παρουσιάστηκε μια πραγματικότητα η οποία δεν υπήρχε ποτέ.
Ότι του είπαν «σε χρειαζόμαστε» για να έρθει.
Και όταν ήρθε, ανακάλυψε ότι ήταν απλώς ακόμη ένας αριθμός στο ρόστερ.
Αυτό δεν είναι αγωνιστική διαχείριση.
Είναι διαχείριση ανθρώπων.
Και εκεί κρίνονται οι ομάδες.
Το «κατέβηκα επίπεδο για να παίξω» δεν πρέπει να μετατρέπεται σε παγίδα
Πολλοί νεαροί ποδοσφαιριστές κάνουν σήμερα μια απόλυτα λογική επιλογή.
Προτιμούν να αγωνιστούν βασικοί σε ένα χαμηλότερο επίπεδο παρά να είναι ο 20ός ή ο 25ος παίκτης ενός μεγαλύτερου συλλόγου.
Και πολύ σωστά.
Στις ηλικίες ανάπτυξης, ένας ποδοσφαιριστής χρειάζεται αγώνες.
Δεν γίνεται να εξελιχθεί μόνο με προπονήσεις.
Χρειάζεται να πάρει αποφάσεις όταν το σκορ είναι 1-1 στο 85’.
Να κάνει λάθος και να συνεχίσει.
Να παίξει άσχημα και να επιστρέψει την επόμενη εβδομάδα.
Να μάθει να διαχειρίζεται την πίεση.
Να αποκτήσει προσωπικότητα.
Αυτός είναι ο πραγματικός χρόνος ανάπτυξης.
Για αυτό, μια μικρότερη ομάδα μπορεί να αποτελέσει εξαιρετική επιλογή για έναν παίκτη που έρχεται από υψηλότερο επίπεδο.
Αλλά μόνο όταν υπάρχει καθαρή σχέση μεταξύ των δύο πλευρών.
Δεν ζητά κανείς χάρη. Ζητά ειλικρίνεια.
Ένας νεαρός ποδοσφαιριστής που μετακινείται σε μικρότερη ομάδα δεν πρέπει να απαιτεί:
«Μου είπατε ότι θα παίζω, άρα πρέπει να είμαι βασικός.»
Αυτό θα ήταν εξίσου λάθος.
Αυτό που μπορεί όμως δικαιολογημένα να περιμένει είναι:
«Μου είπατε ότι με θέλετε. Δώστε μου τουλάχιστον μια πραγματική ευκαιρία να αποδείξω τι μπορώ να κάνω.»
Και αν τελικά δεν την αξιοποιήσει, τότε η ευθύνη περνά στον ίδιο.
Αυτό είναι αξιοκρατία.
Δεν είναι αξιοκρατία να πείθεις έναν ποδοσφαιριστή να αλλάξει την πορεία του και μετά να ξεχνάς όσα του είπες.
Θέλουμε να διδάξουμε στα παιδιά αξίες; Ας ξεκινήσουμε από τους μεγάλους.
Στον αθλητισμό επαναλαμβάνουμε συνεχώς ότι θέλουμε να δημιουργήσουμε όχι μόνο καλούς ποδοσφαιριστές αλλά και σωστούς ανθρώπους.
Μιλάμε στα παιδιά για σεβασμό.
Για συνέπεια.
Για πειθαρχία.
Για ειλικρίνεια.
Για το ότι ο λόγος τους πρέπει να έχει αξία.
Όμως οι αξίες δεν διδάσκονται μόνο με ομιλίες στα αποδυτήρια.
Διδάσκονται με το παράδειγμα.
Δεν μπορούμε να ζητάμε από ένα 16χρονο ή ένα 17χρονο παιδί να κρατά τον λόγο του, όταν εμείς θεωρούμε ότι ο δικός μας λόγος δεν έχει καμία σημασία.
Δεν μπορούμε να ζητάμε από τα παιδιά να σέβονται την ομάδα, όταν η ομάδα δεν σέβεται τις αποφάσεις που αυτά πήραν βασισμένα σε αυτά που τους είπαμε.
Και δεν μπορούμε να χρησιμοποιούμε τη λέξη «ανάπτυξη» αν βλέπουμε τον νεαρό ποδοσφαιριστή απλώς ως ακόμη ένα όνομα στη λίστα.
Στο τέλος, το παιδί θα θυμάται
Ίσως σε λίγα χρόνια να μην θυμάται το σκορ ενός αγώνα.
Ίσως να μη θυμάται καν πόσα λεπτά έπαιξε μια συγκεκριμένη σεζόν.
Θα θυμάται όμως ποιος ήταν ειλικρινής μαζί του.
Θα θυμάται ποιος του έδωσε πραγματική ευκαιρία.
Θα θυμάται ποιος του εξήγησε την αλήθεια ακόμη και όταν αυτή δεν ήταν ευχάριστη.
Και θα θυμάται επίσης ποιος του είπε αυτά που ήθελε να ακούσει μόνο και μόνο για να τον φέρει στην ομάδα.
Στο ποδόσφαιρο δεν μπορούμε να υποσχεθούμε σε ένα παιδί ότι θα παίζει.
Μπορούμε όμως να του υποσχεθούμε κάτι πολύ πιο σημαντικό.
Ότι δεν θα του πούμε ψέματα.



















